Δικαστικό «αίμα στην αρένα» και μετά εκλογικός αιφνιδιασμός;;..!!

Αντιμέτωπη με το εσωτερικό χάος της, η κυβέρνηση Τσίπρα ετοιμάζεται να χρησιμοποιήσει τις δικαστικές διώξεις ως εφαλτήριο πρόωρων εκλογών.

Η τεράστια προβολή που έχει κάνει ο επικοινωνιακός μηχανισμός της κυβέρνησης Τσίπρα στην υπόθεση της παραπομπής και προφυλάκισης του τέως υπουργού των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ Γιάννου Παπαντωνίου για την υπόθεση της αναβάθμισης των φρεγατών αποτελεί μια τροχιοδεικτική βολή για το πώς η κυβέρνηση σκοπεύει να χειριστεί το ζήτημα των δικαστικών ερευνών για σκάνδαλα.

Το «λαϊκό αίτημα για κάθαρση»

Από την αρχή που διεκδίκησε την εξουσία, ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως και οι ΑΝΕΛ, είχε κάνει κεντρική αιχμή την ανάγκη δικαστικής διερεύνησης και τιμωρίας των σκανδάλων των προηγούμενων κυβερνήσεων.

Θεωρούσε ότι αυτό αναλογούσε σε ένα λαϊκό αίτημα για κάθαρση, ιδίως σε μια εποχή όπου η κοινωνία δεχόταν τις ακραίες επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων και ήθελε να δει κάποιους να τιμωρούνται για την ευθύνη τους για αυτή την κατάσταση.

Πατούσε αυτό και πάνω στην απροθυμία των κομμάτων που κυβέρνησαν στην περίοδο 2010-2015 να ανοίξουν το θέμα αυτό, έστω και εάν μερικές δικαστικές έρευνες χρονολογούνται από την περίοδο εκείνη, ακριβώς επειδή είχαν στα ντουλάπια τους αρκετούς «σκελετούς» από προηγούμενες κυβερνήσεις και δεν ήταν εύκολο να προχωρήσουν στην αναγκαία διερεύνηση και κάθαρση.

Για την ακρίβεια η επιλογή που έγινε τότε στους περισσότερους κομματικούς μηχανισμούς ήταν η διακοπή των πολιτικών σχέσεων με όσους πολιτικούς θεωρήθηκε ότι είχαν σημαντική εμπλοκή σε περιπτώσεις σκανδάλων.

Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο ο Άκης Τσοχατζόπουλος όσο και ο Γιάννος Παπαντωνίου είχαν ουσιαστικά αποκηρυχθεί από το ΠΑΣΟΚ αρκετά πριν τις παραπομπές τους. Όμως, για μια κοινωνία αγανακτισμένη δεν ήταν επαρκής τιμωρία η πρόωρη πολιτική αποστασία των συγκεκριμένων στελεχών.

Αυτό το κενό το εκμεταλλεύτηκε και συνεχίζει να το εκμεταλλεύεται κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος κατάλαβε ότι αυτό μπορούσε να έχει έναν ευρύτερο πολιτικό αντίκτυπο. Μάλιστα, το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να συνεχίσει την ίδια πολιτική με τις προηγούμενες κυβερνήσεις δεν ανέκοψε αυτή την επιλογή.

Αντίθετα, η λογική πλέον ήταν «δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς, αλλά τουλάχιστον εμείς θα φέρουμε την κάθαρση». Σε αυτό συνέβαλε και η παράλληλη αγάπη του «συγκυβερνήτη» Πάνου Καμμένου για τις δικαστικές παραπομπές, όπως και για την ενεργό ανάμειξη σε ενεργές δικαστικές έρευνες.

Οι κυβερνητικές δεύτερες σκέψεις και το ζήτημα του «εκλογικού αιφνιδιασμού»

Σε αυτό το πλαίσιο πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι ο σχεδιασμός της κυβέρνησης δεν περιορίζεται σε αυτόν που έχει διακηρύξει μέχρι τώρα και υποτίθεται ότι στηρίζεται στην ολοκλήρωση της διαδικασίας με την επικύρωση της Συμφωνία των Πρεσπών πριν από την όποια απόφαση για τις εκλογές, ώστε η κυβέρνηση να πάει στην κάλπη έχοντας όλο της το έργο να παρουσιάσει.

Αντίθετα, πληθαίνουν και οι ενδείξεις ότι η κυβέρνηση εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενον να πάει σε έναν εκλογικό αιφνιδιασμό.

Δύο είναι οι καθοριστικές παράμετροι για μια τέτοια τυχόν απόφαση:

Η πρώτη αφορά τα νέα από τις Βρυξέλλες. Εκεί γίνεται μέρα με τη μέρα σαφές ότι η μη περικοπή των συντάξεων μπορεί να γίνει μόνο με την προϋπόθεση ότι θα περικοπούν όχι μόνο τα πλήρη «αντίμετρα» (στοιχείο που το έχει παραδεχτεί και η κυβέρνηση) αλλά ακόμη και τα κοινωνικά μέτρα του «δεύτερου προγράμματος ΔΕΘ». Αυτό σημαίνει ότι εκτός από το θέμα των συντάξεων η κυβέρνηση δεν θα έχει άλλα μέτρα «κοινωνικού προφίλ» να παρουσιάσει στην πορεία προς τις κάλπες.

Η δεύτερη αφορά τον χειρισμό των ΑΝΕΛ. Αυτή τη στιγμή εξακολουθεί να μην είναι καθόλου δεδομένο ότι οι ΑΝΕΛ θα μπορούσαν να μπουν σε έναν χειρισμό για τη Συμφωνία των Πρεσπών που θα τοποθετούσε την όποια ρήξη τους με την κυβέρνηση μετά την υπερψήφιση της συμφωνίας από την ελληνική Βουλή. Είναι πιθανό ο Πάνος Καμμένος, υπό το βάρος και της αγωνίας για την εκλογική επιβίωσή του να πάει στην επιλογή της απόσυρσης εμπιστοσύνης πριν την ψηφοφορία για τη συμφωνία, οπότε  η κυβέρνηση χρειάζεται να αναζητήσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και για την ίδια τη συμφωνία αλλά και για ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Η όλη διαδικασία είναι σύνθετη, οι ισορροπίες λεπτές και ο κίνδυνος «ατυχήματος» μεγάλος.

Επιπλέον, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι επιλογή του πρωθυπουργού είναι να φτάσει στις εκλογές με τον κυβερνητικό του συνεταίρο σε πλήρη αποδιάρθρωση. Πληροφορίες αναφέρουν ότι στο Μαξίμου θα ήθελαν να του προσέφεραν και τη δυνατότητα μιας πιο αξιοπρεπούς παρουσίας στις εκλογές, χωρίς τη «ρετσινιά» ότι εκ του αποτελέσματος διευκόλυνε την κυβέρνηση να περάσει την «προδοτική» συμφωνία.

Σε όλα αυτά προστίθενται και οι φωνές που υποστηρίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι βέβαιο ότι έχει να κερδίσει κάτι εξαντλώντας την τετραετία ή πηγαίνοντας σε εθνικές εκλογές μαζί με τις αυτοδιοικητικές και τις ευρωεκλογές γιατί υπάρχει εκεί ο κίνδυνος να πάει και με μεγαλύτερη διάθεση έκφρασης δυσαρέσκειας από τη μεριά του εκλογικού σώματος και με εντονότερη «παράσταση ήττας».

Με αυτά τα δεδομένα, ένα σενάριο εκλογικού αιφνιδιασμού θα στηριζόταν κυρίως στην προβολή της επιτυχίας ως προς την έξοδο από τα μνημόνια και το θέμα των συντάξεων, το τελευταίο θα μπορούσε να κλείσει σε κάποιο από τα επόμενα Eurogroup, και στην απαίτηση να υπάρχει «νωπή» εντολή στη διαπραγμάτευση της μεταμνημονιακής εποχής αλλά και της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Ταυτόχρονα, αυτό το σενάριο θα απέτρεπε το ενδεχόμενο προληπτικής απόσυρσης της εμπιστοσύνης από τους ΑΝΕΛ και θα επέτρεπε και στον Πάνο Καμμένο να κάνει προεκλογική εκστρατεία στο όνομα του να αποτραπεί η υπερψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Η διαμόρφωση σκηνικού πόλωσης γύρω από την «κάθαρση»

Όμως, όλα αυτά διαμορφώνουν και ανάλογες απαιτήσεις για την προεκλογική εκστρατεία. Οι πρόωρες εκλογές πάντα έχουν τον κίνδυνο να αναγνωσθούν από την κοινωνία ως εκφράσεις αδυναμίας μιας κυβέρνησης και ως «ηρωικές έξοδοι». Για να το αποφύγει αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να διαμορφώσει συνθήκη μιας μεγάλης πόλωσης με τα άλλα κόμματα και να αναδείξει βαθιές διαχωριστικές γραμμές. Κομβική πλευρά ενός τέτοιου χειρισμού και η ανάγκη να βρεθούν σε αμυντική θέση οι εκπρόσωποι των αντίπαλων κομμάτων.

Οι δικαστικές διώξεις και οι πολυδιαφημισμένες παραπομπές είναι το κλειδί σε έναν τέτοιο σχεδιασμό. Λέμε για διώξεις γιατί αυτές εφικτές, ενώ οι καταδίκες, εάν υπάρξουν, θα πάρουν καιρό. Το βασικό είναι η δίωξη, ει δυνατόν και με προφυλάκιση. Δεν είναι τυχαίο ότι οργιάζουν οι φήμες ότι μεθοδεύεται «ηχηρή» δίωξη εν ενεργεία πολιτικού για την υπόθεση Novartis.

Οι δικαστικές αυτές διώξεις θα φέρουν την πολιτική αντιπαράθεση σε ένα έδαφος που διευκολύνει τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό της σύγκρουσης με βάση όχι το περιεχόμενο των πολιτικών (όπου δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στα κόμματα που αποδέχονται το «μνημονιακό» πλαίσιο), αλλά το υποτιθέμενο «ήθος» ως προς την άσκηση της εξουσίας.

 Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να διεκδικήσει σε αυτές τις εκλογές το «αριστερό πρόσημο» ή την «ταξική μεροληψία» εφόσον κατά βάση έχει δεσμευτεί σε ένα σκληρό νεοφιλελεύθερο πλαίσιο», ενώ ακόμη και τις συντάξεις θα τις έχει «σώσει» με μεγάλο συνολικό κοινωνικό κόστος.

Μπορεί, όμως, να διεκδικήσει το «φωτοστέφανο» της αριστεράς που «φέρνει την κάθαρση», που «θα κλείσει φυλακή τα λαμόγια», που θα «ρίξει φως στα σκάνδαλα που μας έφεραν στη σημερινή κατάσταση».

Μικρή σημασία έχει ότι σε αυτό το πλαίσιο είναι πολύ πιθανό να επιμείνει στη μεθοδολογία την οποία περιέγραψε το περιβάλλον της τέως Εισαγγελέως Διαφθοράς κ. Ράικου, που στηρίζεται στην αρχή ότι το πρωτεύον είναι να υπάρξει η παραπομπή, αδιαφορώντας για το εάν οι δικογραφίες που θα διαμορφώνονται στο τέλος θα καταλήγουν σε καταδίκες.

Και αυτό γιατί το κρίσιμο «πολιτικό εργαλείο» είναι οι διώξεις, η αίσθηση ότι υπάρχει «αίμα στην αρένα», μια που αυτό θα πιέσει την αντιπολίτευση να πάρει θέση ή θα την «στριμώξει».

Παραδοχές που μπορεί να διαψευστούν

Βεβαίως όλα αυτά στηρίζονται σε μια σειρά παραδοχές που δεν είναι δεδομένες.

Πρώτον, ότι δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η κοινωνία θα δει τις παραπομπές αυτές ως απόδειξη της παθολογίας του παλαιού πολιτικού συστήματος ή ως απόδειξη της γενικευμένης διαφθοράς του πολιτικού συστήματος.

Σε αυτή την περίπτωση και η κυβέρνηση, που έχει επίσης ανοιχτές υποθέσεις (π.χ. την καθοριστική έρευνα των υπηρεσιών της Κομισιόν για την κακοδιαχείριση των κονδυλίων για το προσφυγικό), κινδυνεύει να βρεθεί στο ίδιο κάδρο της κοινωνικής (και εκλογικής) απαξίωσης.

Δεύτερον, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η αντιπολίτευση θα πέσει στην παγίδα της υπεράσπισης των στελεχών των προηγούμενων κυβερνήσεων που εμπλέκονται σε σκάνδαλα.

Μια τολμηρή αποκήρυξη όλων όσων έχουν τέτοιες ευθύνες και η αίσθηση ότι ενεργοποιούνται μηχανισμοί αυτοκάθαρσης, θα μπορούσε να εξουδετερώσει σημαντικό μέρος της απήχησης της κυβερνητικής ρητορικής.

Τρίτον, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια θα πάνε στις εκλογές με το κριτήριό τους να είναι το ποιος θα προσφέρει «αίμα στην αρένα».

Είναι πολύ πιθανό οι ψηφοφόροι να πάνε κυρίως με κριτήρια που αφορούν την οικονομική και κοινωνική κατάσταση και τις αγωνίες για μια καθημερινότητα που παραμένει δύσκολη, παρά με κριτήριο την «κάθαρση». Και ένα τέτοιο ενδεχόμενο μπορεί να ακυρώσει τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς.

Σε τελική ανάλυση, η ιστορία δείχνει ότι χειρισμοί και «αιφνιδιασμοί» που δεν αντιστοιχούν στις πραγματικές κοινωνικές δυναμικές όπως αυτές διαμορφώνονται με τους δικούς τους ρυθμούς και όρους, συνήθως αποδεικνύονται ατελέσφοροι.

Πηγή: in.gr